Στο μέσο του νομού Έβρου, εξήντα πέντε χιλιόμετρα από την Αλεξανδρούπολη, βρίσκεται ο Καποδιοτριακός δήμος Σουφλίου με 7.519 κατοίκους σύμφωνα με την τελευταία απογράφη. Πολύ κοντά στις όχθες του ποταμού Έβρου και στην πλαγιά ενός μικρού λόφου στη σκιά της Ροδόπης, απλώνεται το Σουφλί. Η πόλη με τη διάφανη σφραγίδα του μεταξιού, με τα μοναδικά παραδοσιακά αρχοντικά, με τους αυθεντικούς και φιλότεχνους ανθρώπους της. Ευρήματα ελληνιστικής και βυζαντινής περιόδου αποδεικνύουν ότι υπήρχε εγκατάσταση στην ευρύτερη περιοχή. Στα 1667 ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει το Σουφλί ως Sofulu, μας πληροφορεί ότι κατοικούνταν από αμιγώς ελληνικό πληθυσμό. Η ονομασία του οφείλεται μάλλον στην τουρκική λέξη «σούφι» που ερμηνεύεται «λόγιος ιερωμένος». Στα τέλη του 18" αι. κατέφυγαν στο Σουφλί Θεσσαλοί και Ηπειρώτες που αναμείχθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό και χρωμάτισαν με τα δικά τους πολιτισμικά στοιχεία τον τόπο. Αρχικά το Σουφλί ήταν χτισμένο στο δίκορφο λόφο του Αϊ Λιά και με την αύξηση του άρχισε να επεκτείνεται προς τα κάτω, κοντά στις όχθες του ποταμού Έβρου.

Έτσι δημιουργήθηκαν δύο συνοικίες, η Καρ'κατσ(ι)λιά (άνω μέρος) και η Καμπιά (κάτω μέρος). Η σηροτροφία, η αμπελουργία και η καροποιία ήταν οι κυριότερες δραστηριότητες του πληθυσμού, που στις αρχές του 20ου αι. έφθανε τους 12000 κατοίκους. Την εποχή αυτή το Σουφλί αναδεικνύεται σε πολιτιστική και εμπορική πρωτεύουσα του Ν. Έβρου. Μετά το χωρισμό των συνόρων το μεγαλύτερο μέρος των πλούσιων κτημάτων του Σουφλίου, αλλά και της εμπορικής πελατείας του, έμεινε στην αντίπερα όχθη του Έβρου, με αποτέλεσμα να περιοριστεί η σηροτροφία. Ευτυχώς όμως την ίδια εποχή η ανάπτυξη της Βιομηχανίας φέρνει και στο Σουφλί νέες ελπίδες. Ιδρύονται εργοστάσια μεταξοβιομηχανίας από τους γνωστούς Εβραίους Αζαρία και Πάππο Αβραάμ (1903), Τζίβρε Ιακώβ (1920) και τους Σουφλιώτες Χατζησάββα Παντελή (1924) και Σταύρου Πίτα (1972) ενώ συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι σήμερα των αδελφών Τσιακίρη (1954). Σαρδανίδη Λεωνίδα (1975) και Μουχταρίδη Αθανάσιο (1976). Το μετάξι του Σουφλίου, καθώς και οι περίφημοι κεντητοί τσεβρέδες αρχίζουν να ξεπερνούν τα σύνορα του τόπου. Σήμα κατατεθέν το εργοστάσιο του Τζίβρε, που βρίσκεται στην είσοδο της πόλης. Ιδρύθηκε στις αρχές του 20ου αι. από τους Ιταλούς αδελφούς Τσεριάνο και το 1920 αγοράστηκε από τον Αδριανουπολίτη Ιακώβ Τζίβρε. Η καμινάδα του, με το επιβλητικό ύψος των 35μ, κάπνιζε επί εξήντα χρόνια. Το μετάξι και η επεξεργασία του συνδέθηκαν με τα όνειρα χιλιάδων κοριτσιών που δούλεψαν στο εργοστάσιο όλα αυτά τα χρόνια. Οι μηχανές στο εργοστάσιο του Τζίβρε διατηρούνται μέχρι και σήμερα και παρόλο που ο χρόνος έχει προσθέσει τη σκόνη του, νιώθεις πως μ' ένα μαγικό άγγιγμα θα δουλέψουν πάλι και τα διάφανα μεταξωτά υφάσματα θα ξαναλάμψουν στο φως του ήλιου μαζί με τα τραγούδια και τα γέλια των εργατριών... Σήμερα ο Δήμος Σουφλίου προχωρεί στην αξιοποίηση του εργοστασίου και μετά την ανακαίνιση του, θα λειτουργήσει ως πολύκεντρο πολιτισμού, το οποίο θα φιλοξενεί τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης του μεταξιού. παρακμή της σηροτροφίας. Οι μουριές, μοναδική τροφή του μεταξοσκώληκα, σιγά-σιγά λιγόστεψαν και με τον αναδασμό σχεδόν εξαφανίστηκαν. Η παρακμή της σηροτροφίας, σε συνδυασμό με την έλλειψη αντισταθμιστικών μέτρων , ανάγκασε τον πληθυσμό να μεταναστεύσει στα αστικά κέντρα ή στο εξωτερικό. Τα τελευταία χρόνια ο Δήμος Σουφλίου με την Δημοτική Επιχείρηση Σηροτροφίας «ΔΕΣΗΜΕΣ» προσπαθεί να αναβιώσει την παραγωγή του μεταξιού με μορεώνες , με εκτροφή μεταξοσκώληκα και την κατασκευή αναπηνιστηρίου που ολοκληρώθηκε πρόσφατα. Θα δημιουργήσει σύντομα επισκέψιμο χώρο εκτροφής του μεταξοσκώληκα, για όλους τους καλοκαιρινούς μήνες. Υποστηρίζει την προσπάθεια τόσο σε επιστημονικό επίπεδο όσο και σε πρακτικό παραχωρώντας μορεώνες σε όσους θέλουν να ασχοληθούν με τη σηροτροφία. Η εκτροφή του μεταξοσκώληκα, εξαιτίας της ιδιαιτερότητας της, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής των σπιτιών.


Τα δωμάτια κατοίκησης περιορίζονται στην άκρη και δημιουργούνται μεγάλοι και άνετοι χοίροι, όπως η σάλα και το κελάρι, που έχουν σκοπό να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της σηροτροφίας. Τη χαρακτηριστική αρχιτεκτονική μορφή του Σουφλίου δίνουν τα κουκουλόσπιτα (μπιτζικλίκια), κεραμοσκεπή διώροφα ή τριώροφα κτίρια, που κυριαρχούν στο χώρο με τον επιβλητικό του; όγκο. Στο ισόγειο έμεναν οι ιδιόκτητε; και στον όροφο βρίσκονταν τα κρεβάτια όπου εξέτρεφαν τους μεταξοσκώληκες. Η περιήγηση μας αρχίζει από το μπιτζικλίκι των αδελφών Καλέση (σήμερα Δημοτικό Ξενοδοχείο «Κουκούλι»), το οποίο αποτελεί δείγμα ειδικής αρχιτεκτονικής. Χτίστηκε το 1850 και μέχρι το 1975 λειτουργούσε ως κουκουλόσπιτο. Το ισόγειο έχει περιμετρική λιθοδομή. το πρώτο πάτωμα είναι χτισμένο από οπτοπλινθοδομή και το δεύτερο, που περιορίζεται στη μεσαία ζώνη, κλεινόταν άλλοτε στις μακρές πλευρές από τσατμά. Στους ορόφους υπήρχαν τα κρεβάτια για τους μεταξοσκώληκες. Το Ξενοδοχείο προσφέρει σήμερα τη θαλπωρή του σ' όλους τους ταξιδιώτες και περιηγητές που θέλουν να ζήσουν έστω και για λίγο τη μαγεία της εμπειρίας του μεταξιού. Έχει δυναμικότητα 11 δωματίων και 29 κλινών. Κοντά και πάνω στον κεντρικό δρόμο βρίσκεται το ξενοδοχείο «Σηροτροφείο». Κτισμένο στα τέλη του 19"" αιώνα αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα κουκουλόσπιτα της περιοχής. Πρόκειται για ένα τριώροφο κτίριο από οπτοπλινθοδομή, το οποίο διακρίνεται για την κατασκευαστική του συνέπεια, τη λιτή του φόρμα , την παραδοσιακή του γραμμή και την προβεβλημένη θέση στον ιστό της πόλης.

Για τους μαθητές της Α/γμιας και Β/θμιας εκαπαίδευσης λειτουργεί απο το 1996 το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Σουφλίου, που έχει στόχο τη στήριξη της σχολικής περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, αλλά και την αλλαγή νοοτροπιών και στάσεων ζωής της τοπικής κοινωνίας προς την κατεύθυνση της αειφόρου ανάπτυξης, τη δημιουργία οικολογικής συνείδησης και βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Εντυπωσιακό νεοκλασικό κτίριο είναι το Παλιό Γυμνάσιο (1921-1971). Χτίστηκε το 1906 και αρχικά λειτούργησε ως τελωνείο των Γάλλων, που διαχειριζόταν τους σιδηροδρόμους της περιοχής. Σήμερα συστεγάζονται το Πνευματικό Κέντρο Σουφλίου, η Δημοτική, η Παιδική Βιβλιοθήκη και τα γραφεία του προγράμματος «Φροντίδα στο σπίτι» . Ανάμεσα στο παλαιό Γυμνάσιο και στο νεοκλασικό κτίριο που κτίστηκε από τους Γάλλους (σημερινό Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών) το καλοκαίρι, κάτω από το φως των αστεριών, λειτουργεί ο πανέμορφος δημοτικός κινηματογράφος «Αστροθεάμων».

Στην πλατεία Νάνου (Γελαδαρά) προβάλλει ι επιβλητικά το νεοκλασικό κτίριο του παλιού Α' Δημοτικού Σχολείου (1919- 2002). Από το 1880 στέγαζε το Παρθεναγωγείο του Σουφλίου. Το 2003 συντηρήθηκε από τη Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής και Τουριστικής Ανάπτυξης (ΔΕΠΤΑΣ) και σήμερα φιλοξενεί το Πολιτιστικό Κέντρο της πόλης, στο οποίο λειτουργούν τμήματα Μουσικής (θεωρητικών, οργάνων και βυζαντινής), Χορωδίας, Θεατρικής Παιδείας, Ζωγραφικής, Ξυλογλυπτικής, Αγιογραφίας, Κεραμική::. Φωτογραφίας και Χορού (μοντέρνου, κλασικού και παραδοσιακού).
Πάνω στον ανηφορικό δρόμο που συνδέει το κάτω με το άνω μέρος του Σουφλίου συναντούμε το Μουσείο Μετάξης. Στεγάζεται στο όμορφο Αρχοντικό τον Κουρτίδη. Χτίστηκε το 1883 και ανήκε στον Αδριανουπολίτη σχολάρχη, γιατρό και συγγραφέα Κωνσταντίνο Κουρτίδη. Είναι διώροφο με εσωτερική αυλή, ημιυπαίθριους βοηθητικούς χώρους και ξενώνα για ερευνητές. Το Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα της ΕΤΒΑ, σε συνεργασία με το Δήμο Σουφλίου, οργάνωσε στο παλιό κελάρι του αρχοντικού μόνιμη έκθεση, όπου παρουσιάζονται αναλυτικά η ιστορία της σηροτροφίας και μεταξουργίας και τα διάφορα στάδια της παραδοσιακής εκτροφής των μεταξοσκωλήκων. Ο επισκέπτης μπορεί να γνωρίσει το ταξίδι και τις περιπέτειες του μεταξοσκώληκα από το 3000 π. Χ. και την Κίνα, ως τον 20ο αι. και το Σουφλί. Μπορεί επίσης να παρακολουθήσει βήμα βήμα τη διαδικασία παραγωγής του μεταξιού από την

εκκόλαψη του σπόρου, το κλάδωμα, το ξεκλάδωμα, την απόπνιξη (ψήσιμο των χλωρών κουκουλιών), μέχρι την αναπήνιση (ξετύλιγμα της κλωστής από το κουκούλι), το καλάμισμα (τύλιγμα σε μασούρια), το ζευγάρωμα και το στρίψιμο (συνένωση νημάτων για μεγαλύτερη αντοχή) και τελικά την ύφανση των μεταξωτών στους αργαλειούς. Σήμερα το μουσείο Μετάξης ανήκει στο Πολιτιστικό Τμήμα της Τράπεζας Πειραιώς.
Σήμερα την αγορά του Σουφλίου στολίζουν καταστήματα παραγωγής και εμπορίας μεταξωτών υφασμάτων και ειδών λαϊκής τέχνης με χειροποίητα μεταξωτά, σε εντυπωσιακά σχέδια και χρώματα, που καλύπτουν και τις πιο απαιτητικές αισθητικές αντιλήψεις... |
 |


Κοντά στο Μουσείο Μετάξης ορθώνεται η μεγαλόπρεπη τρίκλιτη βασιλική του Αγ. Γεωργίου (1854). Χτίστηκε στη θέση παλιότερου ναού (1818) και ήταν άλλοτε ο μητροπολιτικός ναός της πόλης (1924 - 1934). Έχει διώροφο γυναικωνίτη και κοσμείται με ένα αριστοτεχνικά καμωμένο τέμπλο του 1861, φιλοτεχνημένο από τον Μαδυτινό Σταμάτη Ταλιαδοΰρο. Είναι σπάνιο δείγμα ξυλογλυπτικής και αποτελεί ένα από τα καλύτερα τέμπλα του ελλαδικού χιόρου. Το 1910 προστέθηκε στο ναό το εντυπωσιακό κωδωνοστάσιο.
Το πιο εντυπωσιακό όμως κτίσμα και ταυτόχρονα σπάνιο δείγμα αρχιτεκτονικής είναι το Αρχοντικό του Μπρίκα. στην πλατεία Μεσοχωρίου. Είναι τριώροφο, πλινθόκτιστο και πατά σε λίθινο βάθρο. Συνδυάζει επιτυχημένα τη βιοτεχνική αποστολή του με τη μεγαλοπρέπεια της δυτικής αρχοντικής προαστιακής βίλας. Λέγεται ότι το έχτισαν μάστορες από την Προΰσσα το 1890. Το κτίριο έχει συντηρηθεί και ο Δήμος σχεδιάζει να το μετατρέψει σε Μουσείο για να στεγάσει την ιστορική και λαογραφική παράδοση του τόπου.




Το Σουφλί, εκτός από τα μεταξωτά, φημίζεται για το εξαιρετικό κόκκινο κρασί του, το μυρωδάτο τσίπουρο και... τα μερακλίδικα σουφλιώτικα γλέντια. Ήδη από το 1880 υπήρχαν εμπορικές συναλλαγές με τη Γαλλία και η τοπική ποικιλία σταφυλιοΰ (καρναχαλάς) εμπλούτιζε τα γαλλικά κόκκινα κρασιά... Την ίδια εποχή ξεκίνησε τη λειτουργία του το πρώτο οινολογικό εργαστήριο από τον Σουφλιώτη χημικό -οινολόγο Παπασιλέκα. Στα ημιορεινά έχουν φυτεμένα τα αμπέλια τους οι Σουφλιωτες και αξίζει να κάνει κανείς μια βόλτα για να δει με τι μεράκι αυτοί! οι άνθρωποι καλλιεργούν τα κτήματα τους. Τα περισσότερα είναι για προσωπική χρήση και συνεχίζουν να τα περιποιούνται γιατί εδώ είναι στάση ζωής η επαφή με τη γη και τη φύση. Η δε ποικιλία επιτραπέζιου σταφυλιού "Όψιμο Σουφλίου" είναι κατοχυρωμένη στον Αμπελουργικό Άτλαντα ως τοπική επιτραπέζεια ποικιλία Σουφλίου.

Μπορείτε να προμηθευτείτε χύμα κρασί και τσίπουρο από τους ντόπιους παραγωγούς (φροντίστε μόνο να το παραγγείλετε έγκαιρα) ή να προτιμήσετε τα ντόπια εμφιαλωμένα, που τα τελευταία χρόνια", κατακτούν ολοένα και περισσότερο την ελληνική αγορά. Στα αποστακτήρια της πόλης από τα τέλη Οκτώβρη ως τον Δεκέμβρη οι Σουφλιώτες μετατρέπουν τα στέμφυλα (τσίπ'ρα) σε τσίπουρο περιμένοντας υπομονετικά μέρα- νύχτα, σταγόνα-σταγόνα το πολύτιμο νέκταρ που ζεσταίνει τις κρύες νύχτες του χειμώνα και ζωντανεύει την παρέα. Το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου διοργανώνει στα μέσα Νοεμβρίου τη «γιορτή του τσίπουρου» στο Αποστακτήοιο του Συν/σμού Αμπελουργών Σουφλίου, ο οποίο; αριθμεί σήμερα 115 μέλη. Συνολικά λειτουργούν 8 αποστακτήρια στην περιοχή του Σουφλίου, τα οποία αξίζει να επισκεφτεί κανείς κατά την περίοδο της απόσταξης. Το κρασί και το τσίπουρο συνοδεύονται απαραιτήτως με εκλεκτούς μεζέδες, όπως τα παραδοσιακά πικάντικα λουκάνικα, τον φρέσκο καβουρμά και το χειμώνα την εξαιρετική πατροπαράδοτη «μπαμπού», τα οποία μπορούν να προμηθευτούν από όλα τα κρεοπωλεία οι μερακλήδες επισκέπτες της πόλης. Στα εστιατόρια και τις ταβέρνες προσφέρονται στους καλοφαγάδες τοπικά εδέσματα και άφθονο τσίπουρο και κρασί...

Οι Σουφλιώτες εκτός των άλλων φημίζονται για την πλούσια πολιτιστική τους κληρονομιά, η οποία λειτουργεί ως φάρος για τις πολιτιστικές τους αναζητήσεις. Αν βρεθείτε στο Σουφλί στα τέλη του καλοκαιριού θα μπορέσετε να απολαύσετε πλήθος πολιτιστικών εκδηλώσεων με κύριο γνώμονα την ποιότητα, καλύπτοντας όλο το φάσμα της πολιτιστικής έκφρασης
Επίσης αξίζει να επισκεφτείτε το Σουφλί την τελευταία εβδομάδα της αποκριάς, όπου γίνονται μια σειρά από αποκριάτικες εκδηλώσεις με κορύφωση τη μεγάλη παρέλαση την Κυριακή της Αποκριάς. Οι Σουφλιώτες με την πλούσια πολιτιστική τους διαδρομή επιμένουν ; να οργανώνονται εθελοντικά και να «αποδελτιώνουν» με κέφι, φαντασία 4 και μεράκι σοβαρά και ευτράπελα της πολιτικής , κοινωνικής και καθημερινής μας ζωής.
Αφήνουμε την πόλη του μεταξιού και καθώς κατεβαίνουμε νότια συναντούμε την Κορνοφωλιά. Λέγεται ότι η ονομασία της οφείλεται στο πλήθος των κορωνών (.κουρούνες) που ζούσαν άλλοτε στα γύρω δέντρα. Η περιοχή κατοικούνταν από τα αρχαία χρόνια, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα (αγάλματα, νομίσματα κλπ) από τη θέση «Δερβένι», τα οποία φυλάσσονται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κομοτηνής. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή στο οδοιπορικό του (1667) αναφέρει την Κορνοφωλιά ως Karapinar (Μαυροπηγή), με αμιγώς ελληνικό πληθυσμό. Η εκκλησία του χωριού (1858) ανακαινίσθηκε το 1925 μετά από πυρκαγιά. Από το 1800 - 1912 το χωριό αποτελούσε Δήμο μαζί με τη γειτονική Λυκόφη και με την ανταλλαγή των πληθυσμών έγινε αυτόνομη κοινότητα. Από το 1999 αποτελεί δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Σουφλίου. Την εορτή του Αγ. Αθανασίου με τη συμμετοχή όλου του χωριού γίνεται το πατροπαράδοτο «κουρμπάν(ι)». Ένα χιλιόμετρο δυτικά του χωριού βρίσκεται η Μονή Πορταΐτισσας. Είναι αφιερωμένη στην Απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και πανηγυρίζει στις 23 Αυγούστου. Το 1747 με σιγίλιο του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως
Παϊσίου Β' έγινε μετόχι της Μονής των Ιβήρων Αγίου Όρους. Στο μοναστήρι μονάζει σήμερα ακμάζουσα γυναικεία αδελφότητα. Στο καθολικό (1857) υπάρχει θαυματουργό αντίγραφο της Παναγίας Πορταΐτισσας των Ιβήρων, εικόνες των 18"-19" αι., λείψανα του ποδιού του Αγ. Χαραλάμπους και άλλων αγίων. Αξιοσημείωτα είναι το ξυλόγλυπτο τέμπλο (1865), ο δεσποτικός θρόνος και το κιβώριο της Αγ. Τράπεζας (17"; αι.), μεταφερμένο από τη Μονή Ιβήρων. Τους τοίχους κοσμούν εντυπωσιακά λιθανάγλυφα και χρωματιστά γυάλινα πιατάκια. Το 2000 η μονή εντάχθηκε στο πρόγραμμα LEADER II και συντηρήθηκε το καθολικό της. Το νέο κωδωνοστάσιο εγκαινιάστηκε το 2001 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίο. Στους νέους ξενώνες υπάρχει δυνατότητα φιλοξενίας για γκρουπ και επισκέπτες, κατόπιν συνεννοήσεως. Λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα από την Κορνοφωλιά συναντούμε τη διασταύρωση για τη Δαδιά. Καθώς ανηφορίζουμε το τοπίο αλλάζει. Το περίφημο δάσος της Λαδιάς, με τα σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας, αιχμαλωτίζει τις αισθήσεις μας. Λίγο πριν το χωριό και μέσα στο υπέροχο δάσος του κρύβεται η Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου ή Μονή Λαδιάς, όπως είναι πιο γνωστή. Υπάγεται στη Μητρόπολη Διδυμοτείχου και ως το 1926 ήταν ανδρώα μονή. Στο καθολικό (1842) υπάρχουν εικόνες τη; περιόδου 1818 1858. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί μια εικόνα του Αγ. Γεωργίου με αφιέρωση στα ελληνικά και τα τουρκικά (1858). Είναι αφιέρωμα του τούρκου λήσταρχου Χαλήλ αγά, που ανήκε στο τάγμα των Μπεκτασήδων. Το 1999 η μονή εντάχθηκε στο πρόγραμμα LEADER II και πραγματοποιήθηκαν επεμβάσεις στο καθολικό και τις πτέρυγες του, ενώ δημιουργήθηκαν ξενώνες όπου το καλοκαίρι λειτουργούν με επίβλεψη της Μητροπόλεως Διδυμοτείχου μαθητικές κατασκηνώσεις.
Το δάσος της Δαδιάς απλώνεται στο μέσο του νομού Έβρου , καλύπτοντας τις νοτιοανατολικές λοφώδεις απολήξεις του ορεινού όγκου της Ροδόπης. Το τοπίο και η βλάστηση του χαρακτηρίζονται από έντονη ποικιλομορφία. Εκτεταμένα δάση πεύκων και δρυών εναλλάσσονται με ολόδροσες ρεματιές, μικρά χωράφια και βοσκοτόπια (η ύπαρξη των οποίων είναι πολύ σημαντική για την πανίδα της περιοχής,) και μαζί με δεκάδες μικρές ή μεγαλύτερες ορθοπλαγιές δημιουργούν ένα σπάνιο μωσαϊκό βιοτόπων που κάνει δυνατή τη συνύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού ζωικών και φυτικών ειδών. Η περιοχή ανακηρύχθηκε προστατευόμενη το 1980 και από το 2002 ονομάστηκε Εθνικό Πάρκο Δαδιάς-Λευκίμμης-Σουφλίου συνολικής έκτασης 424.000 στρ.

Στην περιοχή φωλιάζουν περισσότερα από 120 είδη πουλιών ο αριθμός των οποίων, μαζί με τους χειμερινούς και καλοκαιρινούς φτερωτούς επισκέπτες, ανέρχεται σε 219 είδη. Σ' αυτά συγκαταλέγονται μερικά σπάνια, όπως ο Αμμοπετροκλής . ο Μαυροπελαργός καθώς και αετοί, γύπες , γεράκια και νυχτόβια αρπακτικά. Τα τελευταία μάλιστα απειλούνται με εξαφάνιση και είναι εκείνα που κάνουν το δάσος της Λαδιάς ξεχωριστό. Μέσα στην προστατευόμενη περιοχή έχουν παρατηρηθεί συνολικά 36 από τα 38 είδη που υπάρχουν στην Ευρώπη. Η ύπαρξη τόσων ειδών αρπακτικών, τα περισσότερα μάλιστα με αρκετά ~3| ικανοποιητικούς πληθυσμούς, φανερώνει την ευρωστία του φυσικού περιβάλλοντος και τη μη διαταραχή της τροφικής αλυσίδας. Η πλούσια ερπετοπανίδα που αποτελεί την κύρια τροφή των αρπακτικών πουλιών- περιλαμβάνει συνολικά 40 διαφορετικά είδη (φίδια, βατράχια, χελώνες, σαύρες). Στο χωριό της Λαδιάς (14 χλμ ΝΔ από το Σουφλί) βρίσκεται το Οικοτουριστικά Κέντρο, όπου λειτουργεί ξενώνας 20 δωματίων, δυναμικότητας 60 κλινών, αναψυκτήριο . αίθουσα προβολής και σεμιναρίων, μικρό συνεδριακό κέντρο καθώς και αυτόνομο κέντρο ενημέρωσης πολλαπλών δραστηριοτήτων. Εδώ θα σας υποδεχτούν εκπαιδευμένοι ξεναγοί για να σας δώσουν πληροφορίες και έντυπο υλικό.

Από το Οικοτουριστικό Κέντρο ξεκινούν προσημειωμένα μονοπάτια που οδηγούν στο παρατηρητήριο των αρπακτικών πουλιών . τις πλησιέστερες κορυφές και περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Από την πλατεία του χωριού ακολουθούμε το δρόμο για τους «Κατραντζήόες», όπου βρίσκεται ένας μεγάλος και αναζωογονητικός χώρος αναψυχής μέσα στο δάσος, 13 διαμορφωμένος από το Δασαρχείο Σουφλίου, με γήπεδο, κιόσκια για τους επισκέπτες, παιδική χαρά και εστιατόριο - ταβέρνα του Συνεταιρισμού γυναικών Λαδιάς «Γερακίνες», στην οποία προσφέρονται με πολύ μεράκι πατροπαράδοτα φαγητά και προϊόντα. Επίσης για τους λάτρεις του δάσους υπάρχει δυνατότητα διαμονής σε όμορφα ξύλινα σπίτια (Φιλανδικού τύπου). Πριν φτάσουμε στους «Κατραντζήδες» συναντούμε τη διασταύρωση για την Κοτρωνιά (Κουτρουτζιά).

Η πευκόφυτη διαδρομή δίπλα από απότομες πλαγιές και την άγρια χαράδρα του Διαβολορέματος (Seytandere) συγκλονίζει τον περιηγητή. Ο δρόμος μετά τους Κατρατζήδες οδηγεί νότια προς στην Αλεξανδρούπολη, αφού περάσει διαδοχικά την Πεσσάνη (παλιό βουλγάρικο χωριό), τη διασταύρωση προς τις Τρεις Βρύσες (χώρος αναψυχής) και το χωριό Λουτρά (αρχαία Τραϊανούπολη).

Λίγο πιο κάτω από τη διασταύρωση της Λαδιάς στον κεντρικό δρόμο προβάλλει η Λνκόφη (και Λυκόφως), που ταυτίζεται με το οθωμανικό χωριό του 15'" αι. Sendel Bey ή Vukuf. Στο Βουκούφ φιλοξενήθηκε το 1667 ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή. Το 1922 με την ανταλλαγή του πληθυσμού το μουσουλμανικό στοιχείο εγκατέλειψε την περιοχή και εγκαταστάθηκαν σ' αυτήν έλληνες πρόσφυγες από" τα γειτονικά χωριάτης Ανατ. Θράκης Κιουπλί, Ντουατζί και Ζαλούφ(ι). Η κτηνοτροφία ήταν η κύρια ασχολία των προσφύγων. Τη δεκαετία του '40 αποχώρησαν από το χωριά οι Αρβανίτες κάτοικοι του. Η κύρια ασχολία των κατοίκων σήμερα είναι η γεωργία. Στη θέση «Δροσιά», όπου βρίσκεται η πηγή «Ανάβρα», ανακαλύφθηκαν προχριστιανικοί τάφοι.
To νοτιότερο Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Σουφλίου, είναι ο Λαγυνάς. Στην περιοχή βρίσκεται μέρος του υπό ανάδειξη απολιθωμένου δάσους. Απολιθώματα οστρακοειδών, μαλακίων και φυλλωμάτων βρέθηκαν κοντά στη στάση των Λαγυνών επάνω στην Εθνική οδό. Λίγο έξω από το χωριό αποκαλύφθηκε κατά το 1991 τάφος μακεδονικού τύπου, συλημένος και κατεστραμμένος σε μεγάλη έκταση. Ο τάφος έχει δρόμο, προθάλαμο και θάλαμο και ήταν πλούσια διακοσμημένος. Με βάση έναν οξυπύθμενο αμφορέα που διέφυγε τη σύληση μπορεί να χρονολογηθεί στο δεύτερο μισό του 4"" αι π. Χ. Κατά την τουρκοκρατία το χωριό ονομαζόταν Τσεμλεκτσή (από την τουρκική λέξη ηφmlek που ερμηνεύεται «πήλινο αγγείο»). Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, δύο χιλιάδες περίπου Έλληνες πρόσφυγες από το γειτονικό χωριό της Ψ Ανατ. Θράκης Κιουπλί εγκαταστάθηκαν στα Λαγυνά φέρνοντας μαζί τους τις πολύτιμες εικόνες της ενορίας τους. Το 1925 το χωριό αποτελούσε αυτόνομη κοινότητα με τον οικισμό της Λύρας, ενώ το 1926 οικοδομήθηκαν τα λεγόμενα σπίτια του εποικισμού. Το χωριό με την απογράφη του 1951 μετονομάστηκε αρχικά σε Λαγυνά και το 1963 με απόφαση της επιτροπής τοπωνυμίων του ΥΠ.ΠΕ. σε Λαγυνά. Η μετονομασία Λαγυνάς σχετίζεται άμεσα με το τουρκικό όνομα του χωριού. Με αφετηρία την κεντρική πλατεία του Σουφλίου ανηφορίζουμε την οδό Ελ Βενιζέλου που διασχίζει τις γραφικές γειτονιές του, με προορισμό τα τελευταία Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου. Συναντούμε διαδοχικά τα εκκλησάκια του Προφ. Ηλία, του Αγ. Νεκταρίου και αργότερα του Τιμίου Σταύρου. Ο δρόμος ανηφορίζει ομαλά και το τοπίο εναλλάσσεται από αγροτεμάχια από αμπελώνες, καλλιέργειες, λιβάδια και λίγο πιο πάνω τις πρώτες μικρές συστάδες δρυός, κάνοντας ευχάριστη και ξεκούραστη τη διαδρομή.

Στη διασταύρωση, μετά τη Δημοτική πισίνα, ακολουθούμε το δρόμο για την Γιαννούλη (Γιάννερι), στην οποία υπάρχει δυνατότητα να φτάσουμε και από τη Δαδιά. Στη διαδρομή απολαμβάνουμε την πλούσια από πεύκα και βαλανιδιές βλάστηση. Στον Καμηλοπόταμο που περνά κοντά από το χωριό, υπάρχει μεγάλο λιθόκτιστο γεφύρι (15"' - 16"ς αι.). με τρία τόξα από τα οποία το ανατολικό φέρει από πάνω του ανακουφιστικό τόξο. Επιστρέφουμε στη διασταύρωση και ακολουθούμε το δρόμο για το Σιόηρώ. (Demir fren). Η διαδρομή είναι κι εδώ ευχάριστη και εναλλάσσεται ανάμεσα σε καλλιεργημένες εκτάσεις και πυκνή βλάστηση. Λίγα χιλιόμετρα πριν το χωριό, στα αριστερά, ένας χωματόδρομος μέσα από δάσος με βελανιδιές και δίπλα από την κορυφή Αντάς (Αντάτεπε) οδηγεί και από εδώ στην Κοτρωνιά.

 |
Στο χωριό κατοικούν σήμερα λιγοστές οικογένειες. Παλιότερα αποτελούσε κοινότητα μαζί με τη Δαδιά. Η εκκλησία του χωρίου είναι σύγχρονη (μέσα 20ου αι). και είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Κοντά στο χωριό έχει εντοπιστεί μεγαλιθικός τάφος dolmen, που πρέπει να καλύπτονταν από τύμβο και χρονολογείται στους 9"- 8" αι. π. Χ. Από την Κοτρωνιά μπορεί να κατευθυνθεί κανείς από χωματόδρομους είτε βορειοδυτικά προς το Μεγάλο Δέρειο ή τις Τρεις Βρύσες (παλιός χοίρος αναψυχής δασαρχείου) περνώντας από πανέμορφο δάσος οξυάς (καΐνια), είτε νοτιοανατολικά προς το Διαβολόρεμα της Δαδιάς. |



|
 |
Αν ξαναγυρίσουμε στο δρόμο προς Σιδηρώ, λίγο πριν από το χωριό συναντούμε το όμορφο ποτάμι της Μάνδρας. Στο στενότερο σημείο της ρεματιάς υψώθηκε λιθόκτιστο γεφύρι (15"ς- 16"; αι.) με ένα μόνο τόξο. Το Σιδηρώ οφείλει την ονομασία του μάλλον στα μεταλλεία σιδήρου που υπήρχαν στην περιοχή (Demir=σίδηρος). Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του είναι μουσουλμάνοι και ασχολούνται με την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Στον επάνω μαχαλά συναντούμε τον τεκέ του Gazi Hasan Bada. Ανήκει στην κατηγορία των τουρμπέδών χωρίς στέγη. Στο ύψωμα Κιλσέ τεπέ σώζονται ερείπια κάστρου Μουσουλμανικό Τέμενος τον περασμένου αιώνα, πον ανακαινίσθηκε το 1957 (έπειτα από ζημιές που προκλήθηκαν από πυρκαγιά), το 1986 - 87 ποοοτίΟηκι ο 2ος όρο-φος του μιναρέ και το 2003 έγιναν εργασίες -* συντήρησης. βυζαντινής περιόδου. Από το παραδοσιακό αγροτικό οικισμό του Σιδηρώ) μπορούμε να περάσουμε από χωματόδρομους είτε στο υπέροχο ποτάμι του Διαβολορέματος (στη συνέχεια Ερυθροπόταμος) και από κει στα χωριά Μεγάλο Δέρειο ή Μικρό Δέρειο είτε νότια προς τη Κοτρωνιά.
|



|
